«Οι ψηφιακές δεξιότητες των Ελλήνων υπολείπονται συγκριτικά με τις δεξιότητες των υπολοίπων Ευρωπαίων» επεσήμανε μεταξύ άλλων η Διευθύντρια του Τομέα Ανάπτυξης Ανθρώπινου Δυναμικού του ΣΕΒ κα Ντόρα Οικονόμου, μιλώντας από το βήμα του συνεδρίου Future of Work που διοργάνωσε η Boussias events.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε, μόνο το 52% των Ελλήνων από 16 μέχρι 74 ετών διαθέτει τουλάχιστον βασικές ψηφιακές δεξιότητες. Την ίδια στιγμή, ο μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχει φτάσει στο 56%, με στόχο να φτάσει στο 80% μέχρι το 2030.
«Δηλαδή καταλαβαίνετε ότι έχουμε να πιάσουμε άλλο ένα 30% σχεδόν μέσα σε λιγότερο από πέντε χρόνια», τόνισε χαρακτηριστικά η κα Οικονόμου.
Η κα Οικονόμου αναφέρθηκε επίσης στα αποτελέσματα του διαγωνισμού PISA του ΟΟΣΑ, σύμφωνα με τα οποία «το 41% των 15χρονων μαθητών στη χώρα δεν επιτυγχάνει βασικό επίπεδο επάρκειας σε θεμελιώδεις γνωστικές δεξιότητες, ποσοστό σημαντικά υψηλότερο από το μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης που είναι στο 27%».
«Τα στοιχεία αυτά δεν είναι ψυχρά στατιστικά δεδομένα. Είναι ο καθρέφτης των προκλήσεων που έχει να αντιμετωπίσει η χώρα», υπογράμμισε η κα Οικονόμου, τονίζοντας την ανάγκη «να διασφαλίσουμε ως χώρα και ως κοινωνία όρους ισότητας, ανταγωνιστικότητας και κοινωνικής συνοχής στο διεθνές μέλλον της εργασίας».
Γι’ αυτό το λόγο, όπως υποστήριξε η κα Οικονόμου, «χρειαζόμαστε επειγόντως έναν τολμηρό και ταυτόχρονα ρεαλιστικό ανασχεδιασμό του εθνικού οικοσυστήματος δεξιοτήτων και αναβάθμιση της αρχικής εκπαίδευσης, ώστε να συνδέεται λειτουργικά με τις πραγματικές ανάγκες της αγοράς εργασίας, με έμφαση στην καλλιέργεια των ήπιων δεξιοτήτων, αλλά και στον ψηφιακό και οικονομικό εγγραμματισμό».
Τέλος, η κα Οικόνομου έκανε ειδική αναφορά στις πληθυσμιακές ομάδες, που σήμερα αντιμετωπίζουν τις μεγαλύτερες προκλήσεις στην απασχόληση, όπως είναι οι γυναίκες, τα άτομα με αναπηρία αλλά και οι μεγαλύτεροι σε ηλικία.
«Για να επιτύχουμε λοιπόν μια δίκαιη και χωρίς αποκλεισμούς μετάβαση, πρέπει να θέσουμε και συγκεκριμένους στόχους. Για παράδειγμα, όσον αφορά στις γυναίκες, θα πρέπει να αυξηθεί η συμμετοχή τους στην αγορά εργασίας, μέσω προγραμμάτων υποστήριξης και ενδυνάμωσης, όπως και να διασφαλιστεί ισότητα στις αμοιβές και στις ευκαιρίες ανέλιξης» εξήγησε.