Πριν λίγες ημέρες, σφοδρές καταιγίδες έπληξαν ελληνικά νησιά, προκαλώντας σοβαρές πλημμύρες και καταστροφές. Νέα μελέτη αποδίδει την ένταση αυτών των φαινομένων στην ανθρωπογενή κλιματική αλλαγή.
«Οι ισχυρές καταιγίδες που παρατηρούμε στην Ελλάδα ευθυγραμμίζονται πλήρως με τις προβλέψεις της Διακυβερνητικής Επιτροπής για την Κλιματική Αλλαγή (IPCC), που μιλούν για αύξηση των ακραίων καιρικών φαινομένων στη Μεσόγειο λόγω της ανόδου της θερμοκρασίας της θάλασσας», αναφέρει ο Tommaso Alberti, ερευνητής στο Ιταλικό Εθνικό Ινστιτούτο Γεωφυσικής και Ηφαιστειολογίας (INGV).
Στις 31 Μαρτίου, τα νησιά της Πάρου και της Μυκόνου επλήγησαν από καταρρακτώδεις βροχές και χαλαζοπτώσεις. Δρόμοι μετατράπηκαν σε ποτάμια, αυτοκίνητα παρασύρθηκαν, ενώ οι αρχές έκλεισαν σχολεία και απαγόρευσαν την κυκλοφορία, πλην των οχημάτων έκτακτης ανάγκης.
Οι καιρικές συνθήκες παρέμειναν ακραίες και τις πρώτες ημέρες του Απριλίου, με την Κρήτη να πλήττεται ιδιαίτερα. Στην πόλη των Χανίων καταγράφηκε η υψηλότερη βροχόπτωση 24ώρου, προκαλώντας εκτεταμένες πλημμύρες. Σοβαρά προβλήματα σημειώθηκαν επίσης σε Ρόδο και άλλα νησιά, με θυελλώδεις ανέμους να εντείνουν τις ζημιές.
Οι επιστήμονες της ClimaMeter, μιας επιστημονικής πλατφόρμας που μελετά ακραία καιρικά φαινόμενα στο πλαίσιο της κλιματικής αλλαγής, πραγματοποίησαν ταχεία μελέτη με δεδομένα 74 ετών από την υπηρεσία Copernicus.
Σύγκριναν τη συμπεριφορά παρόμοιων καιρικών συστημάτων την περίοδο 1950–1986 με εκείνη της πιο πρόσφατης περιόδου 1987–2023, όπου η επίδραση της κλιματικής αλλαγής είναι πλέον ορατή.
Η μελέτη έδειξε πως παρόμοιες καταιγίδες σήμερα είναι έως και 5mm/ημέρα πιο υγρές, δηλαδή κατά 10-15% πιο έντονες, σε σύγκριση με το παρελθόν. Η φυσική κλιματική μεταβλητότητα, όπως το El Niño, είχε μόνο περιορισμένο ρόλο, καταλήγοντας στο ότι τα συγκεκριμένα φαινόμενα οφείλονται κυρίως σε ανθρωπογενείς επιδράσεις.
«Η σύνδεση μεμονωμένων φαινομένων με την κλιματική αλλαγή είναι πολύπλοκη, αλλά το μοτίβο είναι σαφές: η υπερθέρμανση του πλανήτη οδηγεί σε πιο έντονα και καταστροφικά καιρικά φαινόμενα», τονίζει ο Tommaso Alberti.
Και προσθέτει: «Χρειαζόμαστε άμεση δράση, τόσο για τον περιορισμό των εκπομπών, όσο και για την ενίσχυση της υποδομής και της προετοιμασίας, ειδικά σε ευάλωτες περιοχές όπως η Μεσόγειος».